Μια ανάρτηση για να ξεχαστούμε λιγάκι. Να γεμίσετε νέες εικόνες και να γνωρίσετε κάποιες όμορφες γωνιές της πόλης των Σερρών,
Είχα κάνει πριν αρκετό καιρό μια ανάρτηση για τα παλιά σπίτια τις πόλης των Σερρών (Βόλτα στην πόλη. Βόλτα στο χρόνο). Επειδή ο αριθμός των παλιών κτηρίων στην πόλη είναι μεγάλος, είπα να κάνω ακόμη μια ανάρτηση για αυτό το θέμα.
Με γοητεύουν τα παλιά σπίτια. Ειδικά εδώ στις Σέρρες ακόμα περισσότερο. Γιατί βρίσκονται ανάμεσα σε άχρωμες πολυκατοικίες και γκρι στενάχωρα τσιμέντα. Στριμωγμένα και ξεχασμένα. Αγέροχα και επιβλητικά. Και να φανταστείτε ότι υπάρχουν κάτοικοι που δεν τα έχουν δει ποτέ. Επειδή οι περισσότεροι δεν κοιτούν ψιλά. Έχουν μάθει να βλέπουν μόνο χαμηλά, ούτε καν ευθεία.
Πάμε λίγο πίσω στο χρόνο. Να δούμε την ομορφιά μια άλλης εποχής. Να νιώσουμε τα χρώματα, τους ήχους, τα αρώματα.
Θέλω να βρεθώ στο χωρίο. Στην παραλία. Έρημη πλέον. Έφυγαν όλοι. Να κάτσω στα τραπεζάκια. Μόνη. Να παραγγείλω ένα καφέ. Βαρύ γλυκό. Στο κλασσικό άσπρο φλιτζανάκι. Και να χαθώ στη θάλασσα. Να νιώσω την δροσιά του Οκτώβρη. Όταν δεν φυσά, ο ήλιος καίει ακόμα. Όταν το κύμα σκάει στις πέτρες, μου έρχονται στάλες στο πρόσωπο. Μπορώ να γευτώ την αλμύρα. Μπορώ να γευτώ το γαλάζιο. Μυρίζω τη θάλασσα. Μυρίζω τα ψάρια. Ακούω τα κύματα. Ακούω τον αέρα. Ακούω την ερημιά. Παίρνω μια βαθιά ανάσα. Παίρνω όλη την Εύβοια μέσα μου. Όλα τα ακρογιάλια της, όλη την άμμο της, όλα τα πεύκα της, όλο το ρετσίνι της, όλες τις ελιές της. Και βγάζω όλα αυτά που ζουν μέσα μου, όλα αυτά που με βασιλεύουν. Και νιώθω για μια στιγμή ελεύθερη, για μια στιγμή σπουδαία.
Το βλέμμα πέφτει σε οικεία πράγματα. Πράγματα που φαίνονται να είναι ριζωμένα μέσα μου πριν γεννηθώ. Λες και τα είχα κάποια φορά δικά μου. Όλα μοιάζουν να έχουν χάσει το χρώμα του καλοκαιριού. Και έχουν πάρει μια πιο ασπρόμαυρη όψη. Μα η αίσθηση του σπιτιού μένει πάντα ίδια. Αυτή η αίσθηση ότι κάπου ανήκεις, ότι κάπου μπορείς να υπολογίσεις.
Από μακρυά ένα γνώριμο παραδοσιακό νησιώτικο μου σφραγίζει και μου επιβεβαιώνει όλα αυτά που νιώθω.
Μια ματιά στον ήλιο με ρούχα παλιά. Ρούχα ξεχασμένα σε ένα φουσκωμένο μπαούλο. Μέσα σε ναύλον σακούλες από σούπερ μάρκετ. Με την μυρωδιά της κλεισούρας και της ναφθαλίνης. Μια ματιά γρήγορη, μια ματιά κλεφτή. Όχι αποφασιστική και αυστηρή. Τέτοια ώστε να μην προλάβουν να δακρύσουν τα μάτια, να μην προλάβεις να βάλεις το χέρι σαν σκίαστρο. Και έτσι ο ήλιος δεν φτάνει τώρα στην ψυχή σου. Δεν την λούζει το φως του. Δεν την ζεσταίνουν οι αχτίδες του.
Ήτανε μια φορά που άνοιγες και ο ήλιος έλαμπε μέσα σου. Σε θαύμαζα. Με εξουσίαζες. Και δεν άφηνες τίποτα, τίποτα απολύτως να σου πάρει αυτό που σου φώτιζε τα βράδια. Είχες πάντα περίσσιο φως, περίσσια δύναμη να κρατήσεις την φωτιά αναμμένη. Και έδινες και σε μένα. Έδινες και στους άλλους.
Έκανες τους πάντες να σε ζηλεύουν. Για αυτή την υπέροχη λάμψη των ματιών σου. Για αυτή την υπερδύναμη που νόμιζες ότι δεν θα τελειώσει ποτέ. Καθόσουν απλά εκεί και μας άκουγες. Χωρίς να μιλάς, ανέκφραστος και νωχελικός. Όχι επειδή δεν ήξερες τι να πεις. Αλλά επειδή τα ήξερες όλα. Χωρίς να τα έχεις διαβάσει, χωρίς να τα έχεις σκεφτεί. Απλά ήταν μέσα στο μυαλό σου. Τόσο σωστά και τόσο σίγουρα. Και μας άφηνες να αναλωνόμαστε, μας άφηνες να βουλιάζουμε, μέχρι να ανοίξεις το στόμα σου. Και να μας κάνεις να αναθεωρήσουμε κάθε μας λέξη, κάθε μας σκέψη. Σταματούσαμε και σ΄ αφήναμε να μας νουθετήσεις.
Ζούσες, σαν να υπήρχε γύρω σου ένα πέπλο. Ένα πέπλο που δεν το διαπερνούσε τίποτα. Ίσως για κάποιες στιγμές, για κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου, να έμπαινε λίγη συννεφιά. Όμως με μια κίνηση σου την έδιωχνες βεβιασμένα και σκληρά. Και δεν τολμούσε να ξανάρθει. Σε φοβόταν πλέον.
Κι έτσι με έπλασες και μένα. Να ΄μαι πλάι σου όρθια. Με το κεφάλι ψιλά. Να μην έχω δάκρυα. Να μην έχω συννεφιές. Μου έδωσες την σιγουριά σου και την δύναμή σου. Που δεν είχα στάλα μέχρι τότε. Και μ΄έκανες και μένα ακλόνητη και αδιάφορη μπροστά στην θλίψη. Μα πάνω απ΄όλα μου έδωσες εσένα. Τον εαυτό σου, την υπόστασή σου. Μου έδωσες όλο σου το είναι, χωρίς δισταγμό, από την πρώτη στιγμή. Χωρίς να φοβηθείς, χωρίς να νιώσεις ότι σου παίρνω κάτι. Τόλμησες όπως δεν είχε τολμήσει κανείς ως τότε.
Έτσι προχωρούσαμε μαζί, σε κοινό δρόμο, ξέροντας την διαδρομή, γνωρίζοντας που πηγαίναμε. Μα στην πορεία ξεχάστηκες. Έχασες τον δρόμο. Άφησες την θλίψη να σε κάνει δίκη της. Που είναι η δύναμη να την διώξεις ξανά; Να γελάσεις μαζί της και να την κοροϊδέψεις. Να την λιώσεις με την αδιαφορία σου, με το φωτεινό μυαλό σου.
Και γω μην μπορώντας να συνεχίσω την πορεία μας, σε ακολούθησα. Και έτσι βαδίζουμε πλέον σε λάθος μονοπάτι. Και δεν το βλέπεις πως χανόμαστε πιο πολύ μέσα στο δάσος. Και τα κλαδιά είναι πυκνά πλέον και ο ήλιος δυσκολεύεται να περάσει. Και κρυώνουμε.
Να γυρίσουμε πίσω. Να πάμε πίσω στο παρελθόν. Να ζητήσεις από τους άλλους την δύναμη που έδινες απλόχερα. Να πετάξουμε τα παλιά μας ρούχα. Να διώξουμε τις κακές σκέψεις από την καρδιά μας. Να προχωρήσουμε, έχοντας στο μυαλό μας ότι η ζωή θα είναι έτσι. Να αποδεχτούμε και να παραδεχτούμε τα νέα δεδομένα, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να τα ανατρέψουμε. Να αλλάξουμε εμείς και όχι ο κόσμος.
Να βάλουμε πάλι τα γιορτινά μας και να κοιτάξουμε ξανά τον ήλιο κατάματα.
Όταν πλησιάζει Σεπτέμβρης με πιάνει κάτι. Φέτος ίσως λίγο παραπάνω. Είναι επειδή είμαι παιδί του καλοκαιριού, της ζέστης, της θάλασσας, του νησιού; Ίσως επειδή φέτος πέρασα πολύ όμορφα στις διακοπές; Είναι που μας περιμένει μια δύσκολη και αβέβαιη σεζόν; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι πάντως ότι δεν θέλω να έρθει.
Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας της αρχής... κάθε αρχή και δύσκολή. Μια μεταβατική περίοδο για όλους. Μια εποχή που όλοι θα ξεκινήσουμε κάτι ή θα ψάξουμε για κάτι ή θα συνεχίσουμε αυτό που διακόψαμε. Άλλους τους βρίσκει να αρχίζουν δουλειά, άλλους να ψάχνουν για δουλειά, άλλους ζευγαρωμένους, άλλους χωρισμένους (τι πονηρό κάνατε το καλοκαίρι;;;), οι νοικοκυρές και μη έχουν γενική καθαριότητα, τα παιδιά σχολείο... ο καθένας με τον πόνο του.
Έτσι και φέτος αρχίζουμε σιγά σιγά να ετοιμάζουμε τα χειμερινά ρούχα, κατεβάζουμε τις κουβέρτες, γιατί το βράδυ είναι πονηρός ο καιρός, πλένουμε και κανένα χαλί, κάνουμε τις δουλείες που είχαμε αναβάλει όλο το καλοκαίρι. Και ο καιρός αλλάζει και αυτός. Φυσάει το βράδυ δροσερό αεράκι, μυρίζει καμιά φορά βροχή, νυχτώνει πιο γρήγορα.
Και οι μπλόγκερ πυκνώνουν τις αναρτήσεις και τους σχολιασμούς. Ξαναβρισκόμαστε με τους ιντερνετικούς μας φίλους και εχθρούς. Θα γυρίσει και η έμπνευση και θα σταματήσω να βάζω μόνο τραγούδια.
Και οι διακοπές μένουν πίσω, για όσους πήγαν φυσικά. Μένει πίσω το νησί, που και αυτό ερημώνει σιγά σιγά. Δεν έχουμε να περιμένουμε πλέον κάτι για να ξεφύγουμε. Ίσα ίσα μας περιμένει ένας χειμώνας, που φέτος μου φαντάζει βουνό. Και το άσχημο είναι ότι κάθε Σεπτέμβρη θα προβλέπουμε ένα δύσκολο χειμώνα και το πιο εκνευριστικό είναι ότι θα γίνει σχεδόν μόνιμο.
Μα τι έχει επιτέλους αυτός ο Σεπτέμβρης και κανένας δεν τον αγαπάει; Το λέει και το άσμα...ανοίγουν τα σχολεία, αντίο τεμπελιά. Αυτό είναι μάλλον. Λέμε αντίο στην σχεδόν δικαιολογημένη τεμπελιά. Δικαιολογημένη λόγω ζέστης, λόγω άδειας, λόγω ανεργίας, λόγω ελληνικής ιδιοσυγκρασίας.
Μμμμ... να απολαύσω τις λίγες ακόμα ζεστές μέρες, χωρίς ζακέτες, χωρίς κλειστά παπούτσια, με ανοιχτά παράθυρα, με παρέες στο μπαλκόνι ή να αρχίσω να αγχώνομαι από τώρα;
Αχ αυτός ο Σεπτέμβρης... μελαγχολικός από την φύση του.
Δεν βαριέσαι... όλοι καλά να είμαστε, δουλειά να έχουμε, να υγιαίνουμε, να αγαπιόμαστε και έτσι... κάθε Σεπτέμβρη θα γεμίζουν όλα φως (που λέει και ο Φοίβος).
Είναι ένα μικρό χωριό στην Βόρεια Εύβοια. Βρίσκετε σε απόσταση αναπνοής από το πολύβοο Πευκί. Η περιοχή είναι ιστορικής σημασίας. Εκεί έγινε η ναυμαχία του Αρτεμισίου το 480 π.Χ. ανάμεσα στους Έλληνες και στους Πέρσες. Λέγεται ότι το όνομα Ασμήνι προήλθε από το σύνθημα που έλεγαν οι Έλληνες κατά την διάρκεια της ναυμαχίας ''ας μην''.
Οι μέρες σας θα κυλήσουν ήρεμα και απλά. Χωρίς ξέφρενα ξενύχτια. Χωρίς πολυτέλειες. Για όποιον θέλει να ξεφαντώσει δεν ενδείκνυται. Γι΄αυτόν που θέλει να ξεφύγει και να απομονωθεί είναι ο ιδανικός προορισμός.
Περπατήστε στο μικρό λιμάνι. Αν θέλετε ψαρέψτε.
Καθίστε με τους φίλους σας ή το έτερον ήμισυ στην προβλήτα του και δείτε το ηλιοβασίλεμα. Ένα ηλιοβασίλεμα λιγότερο φημισμένο από άλλα, αλλά ίσως περισσότερο όμορφο.
Κάντε τις βουτιές σας στην μικρή παραλία του Άι Νικόλα. Δεν έχει ξαπλώστρες αλλά ένα καφέ θα τον πιείτε από την δίπλα καφετέρια.
Απολαύστε στον συνδυασμό του πράσινου με το γαλάζιο. Τα πεύκα να πέφτουν στην θάλασσα.
Περιπλανηθείτε στα στενά του χωριού. Μυρίστε τα λουλούδια και απολαύστε την ομορφιά και την ησυχία.
Αν κουραστείτε καθίστε στη παραλία και πάρτε ένα ουζάκι. Θα σας φέρουν και περιποιημένο μεζεδάκι. Αν πεινάτε έχει και καλό φαΐ. Μα τι άλλο; Ψαράκι φρέσκο.
Αν δεν θέλετε παραλία καθίστε στην πλατεία. Τσιπουράκι ή καφεδάκι. Και ότι τραβάει η όρεξή σας από φαγητό.
Χαλαρώστε, αφήστε τα όλα πίσω. Και αν η σκέψη σας βαραίνει για κάποιες στιγμές, πνίξτε στα άσχημα συναίσθημα στην θάλασσα και χαθείτε στο απέραντο γαλάζιο της.
Για όσους ενδιαφέρονται μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί μου
Οι φωτογραφίες και τα κείμενα που τις συνοδεύουν και το συνολικό περιεχόμενο του παρόντος ιστοτόπου αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία και προστατεύονται από τον Ν. 2121/1993. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή, αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, παραποίηση, αλλοίωση, εκμετάλλευση ή οποιαδήποτε άλλη χρήση του συνολικού περιεχομένου (φωτογραφίες ή/και τμήματα αυτών, κείμενα) χωρίς τη συναίνεσή μου και την έγγραφη άδειά μου. Φωτογραφίες που δεν φέρουν το όνομά μου είναι από το www.pixabay.com και το www.pexels.com και είναι χωρίς πνευματικά δικαιώματα.