Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Η πεθερά και η νύφη.

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μικρό χωριό ζούσε μία νεαρή κοπέλα. Ήταν πολύ όμορφη και όλοι οι άντρες του χωριού τη θαύμαζαν. Οι παντρεμένοι την παίνευαν και οι ελεύθεροι τσακώνονταν μεταξύ τους για το ποιος θα την κάνει γυναίκα του.
Οι γυναίκες του χωριού πρασίνιζαν από τη ζήλεια τους και οι πιο κακές την κουτσομπόλευαν και την κακολογούσαν. Εκείνη, όμως, δεν έδινε βαρύτητα ούτε στην κακία του κόσμου, ούτε στα κολακευτικά λόγια που άκουγε. Ήταν πολύ ντροπαλή και γι’ αυτό το λόγο σπάνια κυκλοφορούσε στο χωριό. Τον περισσότερο καιρό καθόταν σπίτι κι έπλεκε καλάθια βοηθώντας στο εισόδημα της οικογένειάς της. Κάθε μέρα από το χάραμα ακόμα – για να μη την βλέπει ο κόσμος – πήγαινε στο δάσος λίγο έξω απ’ το χωριό, μάζευε βότανα, μανιτάρια και σαλιγκάρια και τα έδινε στον πατέρα της για να τα πουλήσει στην αγορά.
Στο δάσος ζούσε και μια γριά, πολύ μεγάλη σε ηλικία. Έμενε μόνη της σε μια παράγκα σ’ ένα ξέφωτο και τρεφόταν με τα λίγα ζαρζαβατικά που καλλιεργούσε στον κήπο της. Δεν πήγαινε στο χωριό ποτέ. Οι χωρικοί την αποκαλούσαν «Μάγισσα» και δεν άφηναν τα παιδιά τους να πλησιάζουν στο σπίτι της. Η νεαρή κοπέλα, όμως, επειδή τη λυπόταν που ζούσε έτσι φτωχικά, την επισκεπτόταν κάποιες φορές και της έδινε από αυτά που είχε μαζέψει στο καλάθι της.
Ο καιρός πέρασε και ήρθε η ώρα που η όμορφη νέα παντρεύτηκε. Ο άντρας της έλαμπε από χαρά και περηφάνια και δεν πίστευε το δώρο που του έκανε ο Θεός, να κάνει γυναίκα του την πανέμορφη νέα, που θαύμαζε όλο το χωριό! Όμως, η πεθερά του κοριτσιού δεν φαινότανε να συμμερίζεται την περηφάνια και χαρά του γιου της. Το κορίτσι και η μεγάλη γυναίκα δεν τα πήγαιναν καλά, γιατί η πεθερά ήταν αυστηρή και απαιτητική.
Όταν έβλεπε τη νύφη της να σκουπίζει, έπαιρνε τη σκούπα από τα χέρια της, της έδειχνε την κερασιά που είχαν στην αυλή τους και της έλεγε: «Όταν σκουπίζεις, το σκουπόξυλο πρέπει να έχει την κλίση που έχει κι ο κορμός της κερασιάς». Η νύφη την κοίταζε για λίγο απορημένη, έπειτα καταλάβαινε πως μια διαφωνία μαζί της δε θα έβγαζε πουθενά και στο τέλος λύγιζε τη σκούπα όπως της είχε δείξει. Αυτό, όμως, γινόταν συνέχεια, γιατί η κερασιά άλλαζε σχήμα με τον καιρό και πότε έγερνε περισσότερο, πότε λιγότερο (ή έτσι τουλάχιστον φαινότανε στην πεθερά) με αποτέλεσμα η καημένη η νύφη να μη σκουπίζει ποτέ σωστά.
Αυτό και άλλα πολλά έκαναν τη νεαρή κοπέλα δυστυχισμένη. Ένα πρωινό που είχε πάει στο δάσος, όπως συνήθιζε, για να μαζέψει μανιτάρια, δεν άντεξε κι έβαλε τα κλάματα λυγίζοντας στο χώμα. Έτσι πεσμένη στο έδαφος αναλογίστηκε την αναποδιά που της προέκυψε. Η ζωή τής φάνηκε άδικη μαζί της. Αναρωτήθηκε τι μπορούσε να κάνει για να καλυτερεύσει την κατάσταση. Μια σκοτεινή σκέψη τής πέρασε τότε από το νου. Η ζωή περνάει – σκέφτηκε – και συνεχώς άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν. Δε θα μπορούσε άραγε να τους αφήσει και η μεγάλη, δύστροπη γυναίκα; Έτσι κι αλλιώς, μεγάλη είναι πια, έζησε τη ζωή της και θα φύγει κάποια μέρα. Τί θα πείραζε να έφευγε λίγο πιο γρήγορα, αφήνοντας κι εκείνη να ζήσει μια ευτυχισμένη ζωή; Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει αυτή τη σκέψη και σηκώνοντας τα κλαμένα μάτια της από το χώμα αυτό που αντίκρισε της πάγωσε το αίμα. Εκεί ακριβώς από πάνω της, με μια τεράστια μαγκούρα στο ένα χέρι και με τα άσπρα, αχτένιστα μαλλιά της να πετάνε ανεξέλεγκτα κρύβοντας τον ήλιο στεκόταν αγέρωχη η «Μάγισσα».
Η νεαρή κοπέλα μάζεψε τις δυνάμεις της και σηκώθηκε όρθια σκουπίζοντας τα μάτια της. Στάθηκε για λίγο αμήχανη και μουδιασμένη κι έπειτα άδειασε απότομα το καλάθι της μέσα στην τσάντα της γριάς και στράφηκε αμέσως για να φύγει χωρίς να πει ούτε λέξη. Δεν πρόλαβε όμως να πάει μακριά, όταν μια ακόμη σκοτεινή σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό της. Άραγε η γριά δεν ήτανε γραφτό να φανεί τη στιγμή ακριβώς που σκεφτόταν πώς να απαλλαγεί από την πεθερά της σαν λύση σταλμένη απ’ τον Θεό; Απίστευτο, μα φυσικά, έτσι θα είναι! Κοντοστάθηκε και κοίταξε πίσω της. Η «Μάγισσα» είχε φύγει. Θα πήγε στην παράγκα της, σκέφτηκε, κι ένοιωσε με μιας τα βήματά της να την οδηγούν αποφασιστικά εκεί.
Η νεαρή γυναίκα εξιστόρησε όλη τη ζωή της με κλάματα και αναφιλητά και η γριά άκουγε με προσοχή και με σκυμμένο το κεφάλι. Στο τέλος η κοπέλα κατέληξε πως θα ήταν όλα καλύτερα αν έλειπε η πεθερά απ’ τη ζωή της. Η γριά γυναίκα σήκωσε το κεφάλι και είδε την κοπέλα να την κοιτάζει με νόημα στα μάτια. Τότε σηκώθηκε αργά κι έσυρε τα βήματά της μέχρι ένα μικρό μπαούλο, που ήταν καταχωνιασμένο σε μια σκοτεινή γωνιά της παράγκας. Έβγαλε από μέσα ένα πήλινο δοχείο.
-Εδώ μέσα έχει λάδι μ’ ένα κρυφό συστατικό, είπε. Μ’ αυτό να τρίβεις την πεθερά σου κάθε μέρα. Όταν το μπουκάλι αδειάσει, το πρόβλημά σου θα εξαφανιστεί, είπε χαμογελώντας η γριά και της έκλεισε το μάτι. Η νεαρή γυναίκα πήρε το λάδι με δέος και τρόμο, την ευχαρίστησε και πήρε το δρόμο της επιστροφής.
Το ίδιο βράδυ κιόλας με το που γύρισε στο σπίτι πρότεινε στην πεθερά της να την τρίψει με ένα λάδι που είχε βρει στην αγορά και που ήταν ό, τι έπρεπε για την πιασμένη μέση της. Η πεθερά δέχτηκε. Από εκείνο το βράδυ και κάθε βράδυ η νύφη έτριβε τη μέση της πεθεράς της με το λάδι που είχε πάρει από τη «Μάγισσα».
Όμως με τον καιρό και τη συνεχή επαφή η σκληρή καρδιά της μεγάλης γυναίκας άρχισε σιγά-σιγά να μαλακώνει, όπως μαλάκωνε και η επιδερμίδα της με τις μαλάξεις της νύφης της. Από σκληρή και αυστηρή γυναίκα που ήταν, γινόταν πιο ευγενική και επιεικής και άρχισε να βλέπει αλλιώς τη νύφη της. Άρχισε να την συμπαθεί.
Η νύφη της παράλληλα, την πίεζε, την έτριβε και τη ζούλαγε με μανία. Ο συσωρευμένος θυμός της νεαρής γυναίκας που επιτέλους έβρισκε έκφραση φαίνεται πως ήταν βάλσαμο για τις σκουριασμένες κλειδώσεις και τους πιασμένους μύες της μεγάλης γυναίκας. Έτσι, όσο την πίεζε η νύφη της, τόσο εκείνη ανακουφιζόταν και αισθανόταν τη ζεστασιά μιας πρωτόγνωρης γι’ αυτήν συγκατάβασης να λιώνει τις σκληρές και αυστηρές πεποιθήσεις της.
Μια μέρα η μεγάλη γυναίκα εκεί που γδυνόταν για να ξεκινήσει η νύφη της το τρίψιμο ένοιωσε την ευγνωμοσύνη να ξυπνά σε όλο της το πονεμένο κορμί. Γύρισε προς τη νύφη της και της χάρισε το πλατύτερο χαμόγελο που είχε δει μέχρι τότε η κοπέλα. Η νεαρή γυναίκα σάστισε, ταπείνωσε το βλέμμα ντροπιασμένη και συλλογισμένη έστρεψε στο πλάι το κεφάλι. Η πεθερά έσβησε το χαμόγελο απ’ το πρόσωπό της και επανάφερε τα χείλη της στη γνώριμη και αυστηρή τους όψη.
-Δε σε παρεξηγώ, είπε στη νεαρή γυναίκα. Εμένα η πεθερά μου μού έκανε φρικτά βασανιστήρια, συνέχισε και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Της φαινότανε πως καμπουριάζω και μ’ έβαζε να κοιμάμαι στο πάτωμα για να ισιώσω, επειδή, όπως έλεγε, δεν ήθελε ο γιος της να κυκλοφορεί στο χωριό με μια καμπούρα. Αμέτρητες νύχτες πέρασα ξάγρυπνη στο πάτωμα να αναθεματίζω την κακή μου τύχη. Και δε θα σε ντραπώ, θα στο εξομολογηθώ. Πολλές φορές σκέφτηκα να της βάλω φάρμακο στο γάλα και να την ξεκάνω. Και τώρα βλέπω εσύ πώς με φροντίζεις και με βασανίζει η συνείδησή μου. Με μαστιγώνουν οι τύψεις, γιατί κι εγώ δε σου έχω φερθεί ωραία… Τελειώνοντας η γυναίκα το λόγο της ξέσπασε σε αναφιλητά, πήρε τα χέρια της νύφης της, τα κόλλησε στο πρόσωπό της και τα καταφιλούσε.
Η νεαρή γυναίκα είχε μαρμαρώσει καθ’ όλη τη διάρκεια της ομιλίας της πεθεράς της και την άκουγε με μισάνοιχτο στόμα. Στο τέλος άρχισαν τα μάτια της να τρέχουνε σαν βρύσες. Η συγκίνηση την τράνταξε συθέμελα και η μεταμέλεια τη χτύπησε σαν κεραυνός, όταν θυμήθηκε το λάδι με το κρυφό συστατικό και τις αμέτρητες φορές που την είχε αλείψει μ’ αυτό. Το μπουκαλάκι ήταν δίπλα της, το έβλεπε. Το πήρε και ανοίγοντάς το διαπίστωσε πως το λάδι είχε τελειώσει. Τόσο καιρό που έτριβε την πεθερά της με αυτό, δεν το κοίταζε να δει που έχει φτάσει και το είχε και η ίδια ξεχάσει. Και να τώρα που στο μπουκάλι δεν είχαν μείνει παρά μόνο δυο-τρεις σταγόνες. Βγήκε απ’ το δωμάτιο σαν αστραπή αφήνοντας το μπουκάλι να γίνει θρύψαλα στο πάτωμα και την πεθερά της να κοιτάζει με κλαμένα μάτια απορημένη.
Μέσα στη βιασύνη της δεν έβαλε ούτε τα παπούτσια της και τρέχοντας έφτασε στην παράγκα της «Μάγισσας» με κομμένη την ανάσα και πληγωμένα πόδια.
-Το λάδι τέλειωσε, της είπε ξέπνοη κι εξαντλημένη. Γρήγορα, σε παρακαλώ, δώσε μου το αντίδοτο για το κρυφό συστατικό που είχε μέσα! Δε θέλω να πεθάνει η πεθερά μου!
Η γριά γυναίκα την κοίταξε για λίγο σοβαρά κι έπειτα χαμογέλασε.
-Δεν υπάρχει αντίδοτο, κορίτσι μου, της είπε ήρεμα και φιλικά. Μα δεν είχε δηλητήριο το λάδι που σου έδωσα, συνέχισε. Το κρυφό συστατικό που σου είπα ήταν ο χρόνος. Ο χρόνος που απαιτούνταν για να έρθετε κοντύτερα εσύ κι η πεθερά σου, να καταλάβετε η μία την άλλη και να ανθίσει ανάμεσά σας η συμπάθεια και η φιλία.
*Την ιστορία διηγήθηκε ένα βράδυ σε γνωστό μπαρ της πόλης
ο Ινδός αφηγητής Peter Chand
στα πλαίσια του 3ου Διεθνούς Φεστιβάλ Αφήγησης και Τεχνών του Λόγου,
που έγινε πέρυσι την άνοιξη στην Κοζάνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας παρακαλώ πολύ να γράφετε με Ελληνικούς χαρακτήρες και οι σχολιασμοί σας να μη ξεφεύγουν απο τα όρια της ευπρέπειας. Σχόλια τα οποία περιέχουν ύβρεις και greeklish, θα αποκλείονται. Ευχαριστώ.

τελευταία άρθρα